Από το Χρονικό του Φραντζή, ο τελευταίος λόγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πριν την άλωση
«Ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, και γενναιότατοι συστρατιώτες, και όλος ο πιστός και τίμιος λαός, ξέρετε καλά πως έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας θέλει με κάθε τέχνασμα και τρόπο να μας στενοχωρήσει περισσότερο και να μας κάνει πόλεμο σφοδρό, με μεγάλες συγκρούσεις και συρράξεις από στεριά και θάλασσα, για να κατορθώσει και να χύσει το δηλητήριό του, σαν φίδι, και να μας καταπιεί σαν ανήμερο λιοντάρι. Σας λέω λοιπόν να σταθείτε αντρειωμένοι και γενναιόψυχοι, όπως κάνατε πάντοτε ως τώρα εναντίον των εχθρών της πίστης. Σας παραδίνω την εκλαμπρότατη και φημισμένη αυτή πόλη, πατρίδα σας και βασίλισσα των πόλεων.
Ξέρετε καλά, αδέρφια, ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε όλοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας· δεύτερον, για την πατρίδα· τρίτον, για το βασιλέα και το Χριστό· και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους. Λοιπόν αδέρφια, αν οφείλουμε να αγωνιστούμε μέχρι θανάτου για έναν και μόνο από τους τέσσερις αυτούς λόγους, πολύ περισσότερο για όλους μαζί, όπως προφανώς κατανοείτε. Αν για τις αμαρτίες μας παραχωρήσει ο Θεός τη νίκη στους ασεβείς, θα διακινδυνεύσουμε υπέρ της πίστεως της αγίας που μας παραχώρησε ο Χριστός με το αίμα του. Αυτό είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα. Τι θα ωφεληθεί κανείς αν κερδίσει τον κόσμο όλο και χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, χάνουμε έτσι μια περίφημη πατρίδα και, ακόμη, την ελευθερία μας. Τρίτον, χάνουμε την άλλοτε περιφανή και σήμερα ντροπιασμένη, ταπεινωμένη και εξουθενωμένη βασιλεία, η οποία γίνεται έρμαιο του ασεβούς τυράννου. Τέταρτον, στερούμεθα τις προσφιλείς γυναίκες και τα παιδιά μας και τους συγγενείς μας.
Ο αλιτήριος αυτός αμιράς έχει πενήντα εφτά ημέρες αφότου ήρθε, και μας πολιορκεί και μας πολεμάει νυχθημερόν, με κάθε τέχνασμα και με όλη του την ισχύ. Χάρη στον παντεπόπτη Χριστό και Κύριό μας, διώχτηκε ντροπιασμένος κακήν κακώς πολλές φορές ως τώρα από τα τείχη. Μη δειλιάσετε και τώρα, αδερφοί, επειδή το τείχος έπεσε σε μερικά μέρη από τα βλήματα και τις εκπυρσοκροτήσεις των τηλεβόλων, γιατί, όπως και εσείς βλέπετε, όπως μπορούσαμε το διορθώσαμε.
Εμείς κάθε ελπίδα μας τη στηρίζουμε στην ακαταμάχητη δύναμη του Θεού. Αυτοί έχουν πλήθος όπλα και στρατό και ιππικό, αλλά εμείς έχουμε πίστη στο όνομα του Κυρίου και σωτήρα και, δεύτερον, στα χέρια μας και τη δύναμή μας, που μας χάρισε η θεία πρόνοια. Ξέρω ότι αυτό το αναρίθμητο μπουλούκι των εχθρών, καθώς είναι η συνήθειά τους, θα βαδίσει εναντίον μας με βαναυσότητα και με έπαρση, με πολύ θράσος και βία, για να μας συνθλίψουν, λόγω του ολιγάριθμου της παράταξής μας, και να μας καταπονήσουν με την κούραση, και με φωνές πολλές και ισχυρές να μας φοβίσουν. Τις φλυαρίες τους αυτές τις ξέρετε καλά και δεν είναι ανάγκη να μιλήσουμε γι’ αυτές. Και σε λίγη ώρα θα τα κάνουν όλα αυτά, και θα πετάξουν πάνω μας σαν άμμο της θάλασσας αναρίθμητες πέτρες, βέλη και βλήματα. Ελπίζω να μη μας βλάψουν με αυτά, γιατί βλέποντάς σας χαίρομαι πολύ και τρέφω τη σκέψη μου με ελπίδες σαν κι αυτή, δηλαδή πως, αν και είμαστε λίγοι, είμαστε ωστόσο πολύ επιδέξιοι, επιτήδειοι, ρωμαλέοι, δυνατοί, ικανοί για μεγάλα έργα, και καλά προπαρασκευασμένοι. Με τις ασπίδες σας καλύπτετε καλά τα κεφάλια σας στις συμπλοκές και τις συρράξεις. Το δεξί σας χέρι, που κρατάει τη ρομφαία, να είναι πάντοτε μακρύ. Οι περικεφαλαίες σας, οι θώρακες και η σιδερέ νια πανοπλία σας είναι πολύ ικανά, όπως και τα άλλα σας όπλα, και στη συμπλοκή θα σας εξυπηρετήσουν πολύ. Οι αντίπαλοι ούτε έχουν τέτοια ούτε γνωρίζουν να τα χρησιμοποιούν. Εσείς είσαστε, επίσης, προστατευμένοι πίσω από τα τείχη, και οι απροστάτευτοι δύσκολα προχωρούν. Γι’ αυτό γίνετε μαχητές έτοιμοι, ισχυροί και μεγαλόψυχοι, για όνομα του Θεού.
Μιμηθείτε τους λίγους ελέφαντες των αρχαίων Καρχηδονίων, που μόνο με τη φωνή και την όψη τους έτρεψαν σε φυγή μέγα πλήθος ρωμαϊκού ιππικού. Και αν είχαν τη δύναμη να τρέψουν σε φυγή ζώα χωρίς λογική, πόσο μάλλον εμείς που είμαστε κύριοι των ζώων· αυτοί που έρχονται να μας αντιπαραταχθούν σαν ζώα χωρίς λογική, είναι χειρότεροι απ’ αυτά. Τα δόρατά μας, οι ρομφαίες μας, τα τόξα μας και τα ακόντιά μας θα στραφούν εναντίον τους. Και φανταστείτε πως παίρνετε μέρος σε κυνήγι αγριόχοιρων, για να καταλάβουν οι ασεβείς ότι δεν αντιμάχονται με ζώα χωρίς λογική, όπως είναι αυτοί, αλλά με άρχοντες, και αφέντες τους, και απογόνους των Ελλήνων και των Ρωμαίων.
Ξέρετε καλά πως ο ασεβέστατος αυτός αμιράς και εχθρός της αγίας μας πίστης, χωρίς καμιά δικαιολογημένη αιτία, καταπάτησε την ειρήνη που είχαμε και αθέτησε τους πολλούς του όρκους χωρίς να λογαριάζει τίποτε· φτάνοντας ξαφνικά εδώ έστησε οχυρό στο στενό του Ασωμάτου, για να μπορεί να μας βλάπτει κάθε μέρα. Τα χωράφια μας, τους κήπους μας, τα οικογενειακά μας καταφύγια, τα σπίτια μας τα έχει κιόλας πυρπολήσει. Τους αδερφούς μας τους Χριστιανούς, όσους βρήκε, τους θανάτωσε και τους αιχμαλώτισε. Διέλυσε τη φιλία μας και έπιασε φιλίες με τους κατοίκους του Γαλατά, και αυτοί χαίρονται, μη γνωρίζοντας και αυτοί οι ταλαίπωροι το μύθο του παιδιού του γεωργού, που έψηνε σαλιγκάρια και είπε “ω ανόητα ζώα” και τα λοιπά.

Ήρθε λοιπόν, αδερφοί, και μας απέκλεισε, και κάθε μέρα έχει ανοιχτό το αχανές στόμα του για να βρει ευκαιρία να μας καταπιεί, εμάς και την Πόλη που έκτισε ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος, και την αφιέρωσε στην πάναγνη και αειπάρθενη δέσποινά μας, τη Θεοτόκο· και τη χάρισε σ’ εκείνη, ώστε να είναι Κυρία της Πόλεως, αλλά και σύμμαχός της και σκέπη της πατρίδας μας και καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά όλων των Ελλήνων, το καύχημα όλων που ζουν κάτω από τον ήλιο. Και αυτός ο ασεβέστατος την άλλοτε περιφανή και ζωηρή σαν ρόδο του αγρού Πόλη θέλει να την υπαγάγει υπό την εξουσία του.
Αφού η αυτοκρατορία μας υποδούλωσε, μπορώ να πω, σχεδόν όλη την υφήλιο, και υπόταξε κάτω από τα πόδια της τον Πόντο, την Αρμενία, την Περσία, την Παφλαγονία, Αμαζόνες και Καππαδοκία, Γαλατία και Μηδία, Κολχούς και Ίβηρες, Βοσποριανούς και Αλβανούς, Συρία και Κιλικία και Μεσοποταμία, Φοινίκη και Παλαιστίνη, Αραβία και Ιουδαία, Βακτριανούς και ΣκύΘες, Μακεδονία και Θεσσαλία, Ελλάδα, Βοιωτία και Λοκρούς και Αιτωλούς, Ακαρνανία, Αχαΐα και Πελοπόννησο, Ήπειρο και Ιλλυρικό, τους Λυχνίτες κοντά στην Αδριατική, Ιταλία, Τοσκάνη, Κέλτες και Κελτογαλάτες, Ιβηρία ως τα Γάδειρα, Λιβύη και Μαυριτανία και Μαυρουσία, Αιθιοπία, Βελέδες Σκούδη, Νουμιδία και Αφρική και Αίγυπτο, Τώρα σκέφτεται αυτός να μας υποδουλώσει, και την Πόλη που κυριαρχεί στον κόσμο να την υποτάξει σε ζυγό και δουλεία, και τις άγιες εκκλησίες μας, όπου προσκυνούνταν η αγία Τριάδα και δοξολογούνταν ο Θεός, και όπου οι άγγελοι ακούγονταν να υμνούν τη Θεία και ένσαρκη πρόνοια του Λόγου του Θεού, Θέλει να τις κάνει προσκύνημα της δικής του βλασφημίας και του ανόητου ψευδοπροφήτη του Μωάμεθ, και στάβλο για άλογα και καμήλες.
Λοιπόν, αδερφοί και συμμαχητές, θυμηθείτε όλα αυτά, για να μνημονεύουν τη δόξα σας και την ελευθεροφροσύνη σας αιώνια».
Στράφηκε τότε στους Ενετούς, που στέκονταν προς τα δεξιά και τους είπε: «Ευγενείς Ενετοί, αγαπημένοι αδερφοί μας εν Χριστώ τω Θεώ, άνδρες ισχυροί και δυνατοί στρατιώτες και δόκιμοι στους πολέμους, εσείς που με τις αστραφτερές σας ρομφαίες θανατώσατε πολλές φορές πλήθος Αγαρηνών, και το αίμα τους έτρεξε από τα χέρια σας σαν ποτάμι, σας παρακαλώ σήμερα την πόλη τούτη, που βρίσκεται σε τόση συμφορά πολέμου, να την υπερασπιστείτε ολόψυχα. Γνωρίζετε πως πάντα την είχατε δεύτερη πατρίδα σας και μητέρα σας. Σας λέω λοιπόν άλλη μια φορά, και σας παρακαλώ, αυτή την ώρα να ενεργήσετε ως φίλοι της πίστης, ομόθρησκοι και αδερφοί».
Κατόπιν, γυρίζοντας προς τα αριστερά, λέει στους Γενουάτες: «Ω Γενουάτες, αδερφοί εντιμότατοι, άντρες πολεμιστές και μεγαλόκαρδοι και φημισμένοι, ξέρετε καλά και καταλαβαίνετε ότι η δυστυχισμένη αυτή πόλη δεν ήταν πάντοτε μόνο δική μου, αλλά και δική σας, για πολλές αιτίες. Εσείς μας βοηθήσατε πολλές φορές πρόθυμα, και με τη δική σας συνδρομή σώθηκε από τους Αγαρηνούς εχθρούς. Τώρα πάλι έφτασε ο καιρός να δείξετε, βοηθώντας την, την αγάπη σας εν Χριστώ, την ανδρεία σας και τη γενναιότητά σας».
Και γενικά, αφού στράφηκε προς όλους, είπε: «Δεν έχω καιρό να πω περισσότερα· μοναχά το ταπεινωμένο σκήπτρο μου το αναθέτω στα χέρια σας, για να το διαφυλάξετε με προθυμία. Σας παρακαλώ ακόμα, και ζητώ την αγάπη σας, να είστε πειθαρχικοί στους στρατηγούς σας, τους δημάρχους και τους εκατόνταρχους, ο καθένας κατά την τάξη του, τη θέση του και την υπηρεσία του.
Να ξέρετε τούτο: αν από μέσα από την καρδιά σας φυλάξετε τις εντολές μου, ελπίζω στο Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Δεύτερον, σας περιμένει στον ουρανό το αδαμάντινο στεφάνι, και η μνήμη σας θα είναι αιώνια και άξια στον κόσμο».
Με αυτά τελείωσε τη δημηγορία του, ευχαριστώντας με δάκρυα και στεναγμούς το Θεό, ενώ όλοι, με ένα στόμα, του αποκρίνονταν με δάκρυα λέγοντας: «θα πεθάνουμε για την πίστη του Χριστού και την πατρίδα μας».
Τα άκουσε ο αυτοκράτωρ και, αφού τους ευχαρίστησε θερμά, υποσχόμενος πολλές δωρεές, τους είπε τέλος: «Λοιπόν, αδερφοί και συμμαχητές, να είσαστε έτοιμοι το πρωί. Με τη χάρη και την αρετή που μας δώρισε ο Θεός και με τη βοήθεια της Αγίας Τριάδος, στην οποία αναθέτουμε “την πάσαν ελπίδα μας”. Θα κάνουμε τον εχθρό να φύγει κακήν κακώς και ντροπιασμένος από εδώ».
http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/maxes/alosi%20Konstantinoupolis.htm
ΗΡΘΑΝ !!!
08 Μαρτίου 2008

Ηρθαν !!
Οι ξενητεμένοι φίλοι, επέστρεψαν σήμερα απ’ την Αφρική….
ΗΡΘΑΝ ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ !!!
Ο Γενίτσαρος
03 Μαρτίου 2008

ΚΥΠΡΟΣ ‘74 – ΕΝΑΣ ΒΕΤΕΡΑΝΟΣ ΤΗΣ ΕΛΔΥΚ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
ΞΕΝΟΣ RE: Δευτέρα 22 Ιουλίου 1974 – Ο Γενίτσαρος
22/7/2002 11:38:00 πμ
Μήνυμα
Αξίζει να αναφέρουμε την περίπτωση Τούρκου υπολοχαγού, που παραλάμβανε κάποιους
αιχμαλώτους έξω απ’ το Πεντεμίλι και τους τοποθετούσε σε μια διώροφη οικία, πάνω τις
γυναίκες και τα παιδιά κάτω τους άνδρες.
Τους προστάτευε σθεναρά σε κάθε απόπειρα βιαιοπραγίας απο δικούς του, τους πήγαινε
τρόφιμα και ρούχα, μέχρι που κατάφερε να τους στείλει στο Ντόουζ για ασφάλεια…
Οι δικοί μας είχαν εκπλαγεί με την συμπεριφορά του Τούρκου, ο οποίος μάλιστα μίλαγε
άπταιστα ελληνικά, γιατί είχε σπουδάσει – λέει – ελληνικά στην Τουρκία…
Όταν έδιωχνε τους τελευταίους για το Ντόουζ, κάποιος δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε :
Ελληνας είσαι ?
Τον κοίταξε για λίγο αμίλητος, έπειτα ξαφνικά ανοίγει το πουκάμισό του και σφίγγει
δυνατά με το χέρι τον χρυσό σταυρό που φόραγε, κάνοντάς του νεύμα να μην μιλήσει….
Κι όμως είναι πραγματική ιστορία, με γενίτσαρο του σήμερα…
Το χρονικό του Σχίσματος
02 Μαρτίου 2008

Από τους πρώτους ακόμα αιώνες, η εκκλησία αναγνώριζε την ιδιαίτερη θέση τριών επισκόπων, οι οποίοι ήταν γνωστοί ως Πατριάρχες: του Επισκόπου Ρώμης, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας , και του Πατριάρχη Αντιοχείας . Σε αυτούς προστέθηκαν οι Επίσκοποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, που αναγνωρίστηκαν ως Πατριάρχες από την Σύνοδο της Χαλκηδόνος το 451 .
Οι Πατριάρχες κατείχαν τα πρωτεία έναντι των άλλων επισκόπων της εκκλησίας. Ανάμεσά τους, ο επίσκοπος Ρώμης διατήρησε πρωτείο τιμής, λόγω της θέσης του ως διάδοχου του Αποστόλου Πέτρου. Επιπλέον, η παπική έδρα ήταν ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι η Ρώμη ήταν πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας . Ακόμα και μετά τη μετακίνηση της έδρας της Αυτοκρατορίας από το Μεγάλο Κωνσταντίνο στην Κωνσταντινούπολη (Νέα Ρώμη) το 330 , ο Πάπας διατήρησε τη θέση του ως “πρώτος μεταξύ ίσων” (primus inter pares) στην ιεραρχία, αν και αυτό δεν συνοδεύθηκε από οποιοδήποτε είδος αρνησικυρίας ή άλλων εξουσιαστικών απαιτήσεων πάνω στους άλλους Πατριάρχες.
Οι Φράγκοι, αποτελώντας το κυρίαρχο από τα γερμανικά φύλα που είχαν διεισδύσει στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έφθασαν στη μεγαλύτερη ισχύ τους υπό τον Καρλομάγνο (Carolus Magnus). Όταν ο Πάπας Λέων Γ΄ έστεψε τον Καρλομάγνο αυτοκράτορα των Ρωμαίων στα 800, γεννήθηκε η αποκαλούμενη Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και πραγματοποιήθηκε η de facto διάσπαση από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι Βυζαντινοί θεώρησαν την πράξη του Πάπα ως προδοσία, δεδομένου ότι υπήρχε ήδη κυβερνήτης της Αυτοκρατορίας στη Νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη.
Ο Καρλομάγνος χρησιμοποίησε τις θρησκευτικές διαφορές προκειμένου να διαχωρίσει την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Κατέσχε την εκκλησιαστική περιουσία και την διένειμε στους έμπιστους αυλικούς του. Με την υπαγωγή της εκκλησίας στο φεουδαρχικό σύστημα, τόσο τα αξιώματα όσο και η περιουσία της μοιράζονταν από τον τοπικό φεουδάρχη, ο οποίος προέβαινε και στις χειροτονίες των κληρικών όλων των βαθμών.
Υπό την προεδρία του Καρλομάγνου, η Σύνοδος της Φρανκφούρτης το 794 απέρριψε τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (787), αρνήθηκε ότι υπήρξε Οικουμενική Σύνοδος, καταδίκασε τον Πάπα Αδριανό για την ενεργή υποστήριξη του προς αυτήν και απέρριψε την προσφορά οιουδήποτε είδους τιμής προς τις εικόνες.
Επίσης υπό τον Καρλομάγνο, η Σύνοδος του Άαχεν το 809 αποφάσισε ότι το Filioque ήταν απαραίτητο για τη σωτηρία και εξουσιοδότησε την προσθήκη του στο Σύμβολο της Πίστεως.
Έτσι, ενώ οι έως τότε Πάπες είχαν δεχθεί τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και απέρριψαν την προσθήκη του filioque, υπό την επιρροή των Φράγκων έκαναν τα αντίθετα.
Ο τότε Πάπας της Ρώμης Λέων Γ΄ αντέδρασε με το να χαράξει σε δύο αργυρές πλάκες το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς το filioque και να το τοποθετήσει στο Ναό του Αγίου Πέτρου. Έγραψε και την εξής επιγραφή «Ταύτα Λέων έθηκα δ’ αγάπην και φύλαξιν της ορθοδόξου πίστεως».
Αργότερα, το 1014, ο Γερμανός Αυτοκράτορας Ερρίκος Β’, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, επισκέφτηκε τη Ρώμη για τη στέψη του και διαπίστωσε ότι το Σύμβολο δεν χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας. Μετά την απαίτησή του, ο επίσκοπος Ρώμης πρόσθεσε το Σύμβολο, όπως ήταν παραδεδεγμένο στη Δύση, με το Filioque.
(Αυτή την περίοδο, ο παπισμός ήταν πολύ αδύναμος και υπό τη σφοδρή επιρροή των Γερμανών. Χάριν της επιβίωσης, ο Πάπας χρειαζόταν τη στρατιωτική υποστήριξη του Αυτοκράτορα.) Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η φράση χρησιμοποιήθηκε σε Θεία Λειτουργία στη Ρώμη.
Σάββατο 16 Ιουλίου 1054. Μια βούλα κατατίθεται στην Αγία Τράπεζα του Ναού της του Θεού Αγίας Σοφίας. Περιέχει τον αφορισμό του Μιχαήλ Κηρουλάριου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Κατατίθεται από τρεις παπικούς απεσταλμένους υπό την ηγεσία του καρδιναλίου Ουβέρτου.
Φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του Πάπα, παρά το γεγονός ότι ο Πάπας Λέων έχει πεθάνει από τις 13 Απριλίου και ο Παπικός θρόνος είναι ακόμα κενός.
Ενώπιον του αυτοκράτορα και του λαού που εκκλησιαζόταν οι τρεις εκπρόσωποι αφήνουν στην Αγία Τράπεζα το κείμενο του αφορισμού και αναθεματίζουν τον Πατριάρχη.
Οι κατηγορίες που απευθύνουν στους ποιμένες του Πατριαρχείου είναι για σιμωνία (ότι δηλαδή ελάμβαναν χρήματα για να εκλέξουν Επισκόπους) αλλά και διότι «χειροτονούσιν ευνούχους, αναβαπτίζουσι τους λατίνους, θεωρούσιν έγκυρα μυστήρια μόνον τα ιδικά των, επιτρέπουσι γάμον εις κληρικούς, απέκοψαν το Filioque εκ του συμβόλου της Πίστεως, παν εν ζυμώσει θεωρούσιν έμψυχον, δεν βαφτίζουσι τα θνήσκοντα νήπια προ του καθαρμού της ογδόης ημέρας, δεν δίδουσι το βάπτισμα και την Θείαν Ευχαριστίαν εις κινδυνευούσας γυναίκας εν εμμήνω ή τοκετώ, τρέφουσι κόμην και γένεια και δεν δέχονται εις κοινωνίαν τους ταναντία πράττοντας κληρικούς. Ο Μιχαήλ ο Κηρουλάριος, νουθετηθείς υπό του Πάπα, εδείχθη αδιόρθωτος, ύβρισε τους λατίνους ως αζυμίτας, παντοίω λόγω και έργω κατεδίωξεν αυτούς και εν τοις υιοίς αυτού ανεθεμάτισε την αποστολικήν έδραν».
Η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης δεν έμεινε άπραγη μπροστά σε αυτή την πράξη. Και ενώ, όπως παρατηρούν σήμερα οι ιστορικοί, ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος θα μπορούσε να επικαλεστεί την αντικανονικότητα του κειμένου και των τριών εκπροσώπων της Ρώμης, αφού ο Πάπας είχε πεθάνει προτού προκύψει το θέμα και ο παππικός θρόνος ήταν ακόμα κενός, αντιθέτως προέβη σε ενέργειες που όξυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Είκοσι τέσσερις ώρες μετά την κατάθεση του κειμένου στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας ο Πατριάρχης συγκαλεί τη Σύνοδο με απόφαση της οποίας αναθεματίζεται το έγγραφο της Ρώμης. Ολα τα αντίγραφα του επίμαχου κειμένου θα ριχτούν στην πυρά. Θα διασωθεί μόνο ένα, το οποίο θα κρατηθεί καλά φυλαγμένο στο αρχείο του Πατριαρχείου. Με τις αποφάσεις του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως θα συνταχθούν και οι υπόλοιποι Πατριάρχες της Ανατολής: Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
Κατόπιν τούτου, ο καρδινάλιος Ουμβέρτος, με την υποστηριξη του Φράγκου βασιλιά, καταλαμβάνει τον Παπικό θρόνο.
Τα επόμενα εκατό χρόνια, οι 21 από τους 25 Πάπες επιλέχθηκαν από τον Γερμανό βασιλιά.
Αργότερα, η γερμανοκρατούμενη πλέον παπική Εκκλησία αναγνώρισε ως “άγιο” τον βασιλιά Ερρίκο Β’ (1002-1024) ο οποίος πέτυχε την οριστική εκδίωξη των ορθόδοξων Ρωμαίων από τον παπικό θρόνο και την εισαγωγή του filioque.
Μετά από διακόσια χρόνια προσπάθειας, η προσθήκη του filioque στην Εκκλησία της Ρώμης αντιπροσώπευε το θρίαμβο της Γερμανικής πολιτικής εκεί.
*(Οι Φράγκοι είναι Γερμανικό φύλο, προερχόμενο από την περιοχή της Βαλτικής.)
Παράδεισος
01 Μαρτίου 2008

Ένας άντρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε έναν δάσος. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα τεράστιο δέντρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε και τους τρεις στάχτη.
Όμως ο άντρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο, και συνέχισε την πορεία του με τα δυο του ζώα (κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούρια τους κατάσταση…)
Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο.
Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός κι αυτοί ίδρωναν και διψούσαν
Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μία πανέμορφη μαρμάρινη πύλη που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι.
Ο διαβάτης μας κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο και είχε μαζί του τον εξής διάλογο:
- Καλημέρα.
- Καλημέρα, απάντησε ο φύλακας
- Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;
- Αυτός είναι ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.
- Τι καλά που φτάσαμε στον Παράδεισο, γιατί διψάμε!
- Μπορείτε Κύριε να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε, και ο φύλακας του έδειξε την πηγή.
- Και το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης…
- Λυπάμαι πολύ, είπε ο φύλακας, αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα.
Ο άντρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μιας και διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός. Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του.
Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις, έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα που οδηγούσε σε έναν χωματόδρομο περικυκλωμένο από δέντρα…
Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άντρας, και είχε το κεφάλι του σκεπασμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.
- Καλημέρα, είπε ο διαβάτης.
Ο άντρας έγνεψε σε απάντηση με το κεφάλι του.
- Διψάμε πολύ, το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ
- Υπάρχει μια πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια, είπε ο άντρας, δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.
Ο άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος πήγαν στην πηγή και κατεύνασαν τη δίψα τους.
Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άντρα.
- Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε, του απάντησε εκείνος.
- Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος; ρώτησε ο άντρας.
- ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.
- Ο Παράδεισος; Μα, ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μου είπε ότι εκείνο ήταν ο Παράδεισος!
- Εκείνο δεν ήταν ο Παράδεισος. Ήταν η Κόλαση, απάντησε ο φύλακας.
Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.
- Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας! Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προκαλέσει μεγάλο μπέρδεμα, είπε ο διαβάτης.
- Σε καμία περίπτωση! – αντέτεινε ο άντρας. Στην πραγματικότητα, μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους…
Paulo Coelho.
Τὸ κέντρο ἑνὸς κόσμου φωτός
29 Φεβρουαρίου 2008

Περὶ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως
Ἡ τραγωδία ἦταν τελική.
Στὶς 29 Μαίου τοῦ 1453 ἕνας Πολιτισμὸς σαρώθηκε ἀμετάκλητα. Εἶχε ἀφήσει μία ἔνδοξη Κληρονομιὰ στὰ γράμματα καὶ στὴν Τέχνη. Εἶχε βγάλει Χῶρες ὁλόκληρες ἀπὸ τὴν βαρβαρότητα καὶ εἶχε δώσει σὲ ἄλλες τὴν ἐκλέπτυνση τῶν ἠθῶν. Ἡ δύναμή του καὶ ἡ εὐφυία τοῦ προστάτεψαν πολλοὺς αἰῶνες τὴν Χριστιανοσύνη.
Γιὰ 11 αἰῶνες ἡ Κωνσταντινούπολις ἦταν τὸ κέντρο ἑνὸς κόσμου φωτός.
Τὸ ζωηρὸ πνεῦμα, τὰ ἐνδιαφέροντα καὶ ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῶν Ἑλλήνων, ἡ ὑπερήφανη ἰσχὺς καὶ ἡ ἱκανότητα τῶν Ρωμαίων, ἡ ὑπερβατικὴ ὁρμὴ τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ εἶχαν ἐνωθεῖ σὲ ἕνα ρευστὸ εὐπαθὲς σύνολο ὅλα τώρα ἀποκοιμήθηκαν. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἔγινε ἡ ἕδρα τῆς θηριωδίας, τῆς ἀμάθειας, τῆς μεγαλόπρεπης ἀκαλαισθησίας.
Η Δυτικὴ Εὐρώπη μὲ προγονικὲς ἀναμνήσεις ζηλοτυπίας πρὸς τὸν Βυζαντινὸ Πολιτισμὸ μὲ τοὺς Πνευματικούς της Συμβούλους νὰ καταγγέλλουν τοὺς Ὀρθοδόξους ὦς ἁμαρτωλοὺς σχισματικοὺς καὶ μὲ μία κατατρίχουσα αἴσθηση ἐνοχῆς ἐπειδὴ ἐγκατέλειψε τὴν Πόλη, προτίμησε νὰ ἀγνοήση τὸ Βυζάντιο. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ διαγράψη τὸ χρέος ποὺ ὄφειλε στοὺς ΄Ἕλληνας. Θεώρησε ὅμως ὅτι ἤτανε ὑποχρεωμένη μόνο στὴν Κλασσικὴ ἐποχή. Οἱ Φιλέλληνες ποὺ ἦρθαν νὰ πάρουν μέρος στὸν Πόλεμο τῆς Ἀνεξαρτησίας ( 1821 ) μιλοῦσαν γιὰ τὸν Θεμιστοκλὴ καὶ τὸν Περικλῆ ἀλλὰ ποτὲ γιὰ τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Παλαιολόγο.
Ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ ΣΤΗΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ
«ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» καὶ
«Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ»









